ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ΜΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΚΑΛΗ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΑΚΡΟΑΣΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ..ΕΔΩ ΘΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΑΛΙΑ ΛΑΙΚΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ

STUDIO 2002 LEPENOY ΠΑΛΙΑ ΛΑΙΚΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ PLAY

Free Shoutcast HostingRadio Stream Hosting

ΠΑΤΗΣΤΕ ΤΟ CHAT ΝΑ ΣΥΝΟΜΙΛΗΣΕΤΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Βιογραφία Μπαρμπεράκης Μανώλης

Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΑΡΜΠΕΡΑΚΗΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1937 ΣΤΟ ΚΟΜΙΑΚΗ ΤΗΣ ΝΑΞΟΥ ΑΠΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ.
ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ.
ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΕΠΑΙΖΑΝ ΤΣΑΜΠΟΥΝΑ ΕΝΩ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΖΩΓΡΑΦΟΣ. ΕΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΒΙΟΛΙ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΔΩΣΕΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ.
ΑΦΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΤΗ ΝΑΞΟ ΕΦΥΓΕ ΚΑΙ ΗΡΘΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΕΔΩ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΗΝ ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗ ΟΜΩΣ ΗΤΑΝ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ.
ΤΟΤΕ ΤΟ 1953 Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΤΗΣ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΙΩΛΑΣ, ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΥΧΩΡΙΑΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΤΟΝ ΠΗΡΕ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ. ΕΤΣΙ ΣΤΑΔΙΑΚΑ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΑΥΤΟ, ΒΓΑΖΟΝΤΑΣ ΚΑΠΟΙΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ.
ΜΕΤΑ ΑΠΟ 3 ΧΡΟΝΙΑ Ο ΜΡΙΩΛΑΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟΝ ΝΕΑΡΟ ΤΟΤΕ ΜΑΝΩΛΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΕΙ ΓΙΑ ΟΝΤΙΣΙΟΝ ΣΤΗΝ COLUMBIA. ΕΚΕΙ ΚΑΝΕΙ ΠΡΟΒΕΣ ΚΑΙ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΓΙΩΤΑ ΛΥΔΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΕ ΔΙΣΚΟ 78 ΣΤΡΟΦΩΝ.
1956 ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΗΤΣΑΚΗ ΚΑΙ ΔΕΡΒΕΝΙΩΤΗ ΚΑΙ ΤΙΤΛΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ « Ο ΑΤΥΧΟΣ ».
ΣΤΟΝ ΔΙΣΚΟ ΑΥΤΟ ΑΝΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑ «ΦΑΚΙΝΟΣ». ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Ο ΜΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ.
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΜΠΑΡΜΠΕΡΗΣ, ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΤΟΝ ΦΩΝΑΖΑΝ ΜΠΑΡΜΠΕΡΟΓΙΑΝΝΗ ΟΠΟΤΕ ΤΟΝ ΝΕΑΡΟ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΑΡΜΠΕΡΑΚΗ, ΚΑΙ ΕΣΤΙ ΕΜΕΙΝΕ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ.
ΣΤΗΝ COLUMBIA ΔΕΝ ΤΟΝ ΠΡΟΣΕΞΑΝ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΔΕΝ ΠΗΓΕ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΦΕΥΓΕΙ ΚΑΙ ΠΑΕΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ.
27 ΜΗΝΕΣ ΣΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ.
ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΗΝ ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙ Ο ΜΑΡΙΩΛΑΣ ΘΑ ΤΟΝ ΒΟΗΘΗΣΕΙ. ΤΟΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΕΙ ΣΤΗΝ MUSIC BOX ΤΟ 1962. ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΕΚΕΙ ΤΟ «ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ» ΠΟΥ ΧΑΛΑΕΙ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ. ΤΩΡΑ ΠΛΕΟΝ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΤΑΕΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΣΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗ, ΜΕ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΝΑ ΜΠΕΡΔΕΥΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΟΣ ΣΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΟΝΤΟΥΣΑΝ ΤΟΤΕ.
ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΟΠΩΣ «ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΠΙΚΡΟ ΦΑΡΜΑΚΙ», «ΕΞΩ ΝΤΕΡΤΙΑ ΕΞΩ ΣΤΕΝΑΓΜΟΙ», «ΔΩΣ ΜΟΥ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΘΕΙΑ» ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΚΟΜΑ.
ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΓΝΩΣΤΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ.
ΚΑΙ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ. ΕΝΩ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΥΛΑΕΙ, ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΕ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΓΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΜΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑ. ΑΥΤΟ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ 1970-1971 ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ «ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ» ΠΛΑΙ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΓΙΟΥΛΑΚΗ.
ΕΝΩ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ 60 Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΟΥΛΑΕΙ ΑΥΤΟΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΤΑΒΕΡΝΑΚΙΑ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ.
ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕ ΜΙΑ ΣΤΑΘΕΡΗ ΠΟΡΕΙΑ ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΠΛΕΟΝ ΣΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 70 ΚΑΝΕΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΗΘΟΥΝ ΟΣΟ ΕΠΡΕΠΕ ΚΑΙ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.
ΑΜΕΡΙΚΗ, ΚΑΝΑΔΑΣ, ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ.
ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΠΟΤΕ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑ.
ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΟ ΤΟΥ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΙΚΡΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ ΜΕ ΛΑΙΚΑ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ .
ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΦΗΣΕ ΜΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΡΙΕΡΑ ΜΕ ΣΧΕΔΟΝ 400 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΤΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ.
ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΙΓΑ ΕΙΧΑ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΣΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΟΥ ΑΥΤΟ ΣΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΠΙΑ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΑΡΜΠΕΡΑΚΗ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Χατζοπούλου Μαριάννα

Η Μαριάννα Χατζοπούλου υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στη δεκαετία 1955-1965, όταν τα μελαγχολικά τραγούδια που ερμήνευσε με τη ιδιότυπη φωνή της έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Μεταξύ αυτών: «Να ζήσουν τα φωτοχόπαιδα», «Ζαφείρα», «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «Φούστα κλαρωτή», «Η μάνα μου με δέρνει».

Αν και έπασχε από μια πάθηση των ματιών, εμφανίστηκε και τραγούδησε στο μουσικό θέατρο, σε κέντρα ελαφρού ρεπερτορίου, σε βαριετέ, αλλά και στα πιο μεγάλα λαϊκά κέντρα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Χριστοπούλου Ελευθερία

Φημισμένη σύγχρονη ερμηνεύτρια του λαϊκού, του παραδοσιακού, του νησιώτικου και του δημοτικοφανούς τραγουδιού.

Στην πλούσια ατομική δισκογραφία της οι ακόλουθοι LP δίσκοι: «Το μελανούρι» (1975), «Ελ. Χριστοπούλου» (1976), «Ο χρυσός δίσκος» (1977), «Ξαναγύρισα» (1977), «Ξέχασέ με» (1977), «Ελ. Χριστοπούλου» (1978), «Τραγουδάω την αγάπη» (1979), «Χρυσός δίσκος /Πρώτη εκτέλεση» (1979), «Τα συντρίμια μιας αγάπης» (1980), «Οι μεγαλύτερες επιτυχίες» (1982), «Με τη σκέψη σου θα ζω» (1990), «Τσιφτετέλια» (1992), κ.λπ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Χατζηαντωνίου Γιώργος

γ.11/2/1941 Λιτή Θεσσαλονίκης, μπήκε στην δισκογραφία το 1961 [Πέτρα σε πέτρα περπατώ, σνθ.Στράτος Κομενίδης, στχ.Χαράλαμπος Βασιλειάδης], ανέβηκε στο πάλκο το 1964 Χάραμα μαζί με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, από το 1980 διέκοψε τις συχνές εμφανίσεις στα νυχτερινά κέντρα, π.1/9/1997 Αθήνα
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Χαραλαμπίδης Βλαδίμηρος

Ερμηνευτής και τραγουδοποιός της ποντιακής και νεο-ποντιακής μουσικής, με δισκογραφία στη δεκαετία του 1970, όταν κυκλοφόρησαν οι LP δίσκοι του: «Ποντιακές και λαϊκές επιτυχίες» (1971), «Οι ρίζες του Πόντου» (1976), «Τραγούδια της ξενητειάς» (1976), «Τραγούδια από τον Πόντο» (1977), «Μια ζωή, ένας αγώνας» (1977, και ως τραγουδοποιός), «Της Γερμανίας τα νερά» (1979). Μετέχει επίσης στους δίσκους με ποντιακά του Γιώργου Κεσίδη: «Η ωραία Δράμα» (1973) και η «Η όμορφη Καβάλα» (1973).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

ΛΕΠΕΝΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ

Το μεγαλύτερο σε πληθυσμό Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου είναι η Λεπενού, με πληθυσμό 2.278 κατοίκων.

Βρίσκεται στο κέντρο περίπου των ορίων του Δήμου και ο οικισμός του χωριού είναι στην πλαγιά ενός λόφου.

Ιστορικό χωριό με συμμετοχή στην επανάσταση του 1821.

Οι κάτοικοί του ασχολούνται με τη γεωργία (καπνά, αραβόσιτο, ελιές και εσπεριδοειδή) και την κτηνοτροφία (πρόβατα, κατσίκια, χοιρινά και βοοειδή).

Στο δημοτικό διαμέρισμα Λεπενούς ανήκει και ο οικισμός Λαγκάδα.

Σημαντικότερα:

-Τα πέτρινα σπίτια της Λεπενούς

-Τα άγρια άλογα


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Βιογραφία Σούκας Βασίλης

Ο Βασίλης Σούκας ήταν ένας από τους τελευταίους μεγάλους οργανοπαίχτες της Ελλάδας.

Καταγόταν από μια μεγάλη μουσική οικογένεια της Άρτας που επί πολλές γενεές έχει δώσει διακεκριμένους οργανοπαίχτες στο χώρο κυρίως της δημοτικής μουσικής.

Έτσι και ο Βασίλης από μικρό παιδί μυήθηκε στη μουσική μαθαίνοντας διάφορα όργανα όπως το σαντούρι, τη κιθάρα το λαούτο και βέβαια το κλαρίνο στο οποίο φάνηκε η μοναδική του ευαισθησία και φαντασία.

Αν και ολοκληρωμένος εκπρόσωπος της παράδοσης της ιδιαίτερής του πατρίδας, ο Βασίλης Σούκας πάντα ενδιαφερόταν να μάθει καινούργια πράγματα και από άλλες παραδόσεις.

Το αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης ήταν να έχει συγκεντρώσει ένα τεράστιο ρεπερτόριο από μουσική όλης της Ελλάδας αλλά και των γειτονικών χωρών.

Εκεί όμως που αποκαλυπτόταν όλη η έκταση της τέχνης του Βασίλη Σούκα ήταν στους μοναδικούς αυτοσχεδιασμούς του.

Kατάφερνε να είναι συγχρόνως αυθεντικός και ελεύθερος, αντλώντας εμπνεύσεις από το σύνολο των ακουσμάτων του συνδυάζοντας τα με ένα ιδιαίτερα σοφό και ισορροπημένο τρόπο.

Σαν άνθρωπος ήταν πάντα χαμογελαστός και τον διέκρινε μια έμφυτη φυσική ευγένεια που έκανε τη συνεργασία μαζί του ευχάριστη και άνετη.

Ιδιαίτερα συγκινητικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο βοηθούσε νέους μουσικούς δίνοντας πολύτιμες συμβουλές και χαρίζοντας απλόχερα τα μυστικά της τέχνης του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Χιώτης Μανώλης

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1921 όπου είχε πάει η οικογένειά του που ήταν μόνιμα εγκατεστημένη στο Ναύπλιο. Εκεί τέλειωσε το Δημοτικό. Από πολύ μικρός διδάχτηκε κιθάρα, μπουζούκι και ούτι από τον Θεσσαλονικιό μουσικοδιδάσκαλο Γιώργο Λώλο, ενώ πρέπει να πήρε και μαθήματα βιολιού. Λίγο πριν το 1935 η οικογένειά του επέστρεψε στο Ναύπλιο, όπου άρχισε να εργάζεται ως μουσικός, παίζοντας ούτι.

Γιος του βαρύμαγκα και καυγατζή Πειραιώτη Διαμαντή Χιώτη και μιας δυναμικής γυναίκας που διατηρούσε στο Ναύπλιο το πιο αριστοκρατικό Μπαρ, με τις πιο όμορφες κοπέλες για σερβιτόρες και με πελάτες της τους πιο παραλήδες και αριστοκράτες της εποχής εκείνης. Ο Μανώλης μεγάλωσε στα χέρια αυτών των κοριτσιών, με τα χάδια, τα φιλιά και τις τρυφερές φροντίδες τους, μέσα στη χλιδή και στα πλούτη της σπάταλης μητέρας του που δεν άφησε ποτέ να του λείψει τίποτα. Με λίγα λόγια, ο Μ. Χιώτης μεγάλωσε σαν αρχοντόπουλο στο Ναύπλιο και διατήρησε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του την αριστοκρατική του εμφάνιση και τον χαρακτήρα του. Η καταγωγή του προπάππου του ήταν από τη Χίο, γι' αυτό και το όνομα Χιώτης.

Το 1936 έρχεται στην Αθήνα. Την πρώτη του ολιγοήμερη εμφάνισή του την έκανε στα «Παγώνια» (στη Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου γωνία) πλάι στον Στράτο Παγιουμτζή.

Μετά από εμφανίσεις που διαρκούσαν λίγες μέρες (με Γιώργο Δερέμπεη ή Σωφέρ, κλπ) εμφανίστηκε σαν επαγγελματίας στο «Δάσος», στο τέλος του 1936, πλάι στον Στράτο, και με ορχήστρα που αποτελείτο από μπουζούκι, σαντούρι, κιθάρα και βιολί.

Την ίδια εποχή, ο Στράτος τον πήγε στην «Κολούμπια» όπου, παιδάκι ακόμα (16 ετών), υπόγραψε συμβόλαιο ως «διευθύνον πρίμο όργανο». Για πολλά χρόνια ήταν ο βασικός εκτελεστής της Columbia.

Σε λίγο, το 1937-38, φωνογράφησε και το πρώτο του τραγούδι «Γιατί δεν λες το ναι» (Το χρήμα δεν το λογαριάζω) με τον Στράτο Παγιουμτζή. Αμέσως μετά γνωρίζεται με τον Μπαγιαντέρα και παίζει μαζί του στις κλασικές εκτελέσεις των προπολεμικών επιτυχιών του, "Νυχτερίδα", "Μ' έχεις μαγεμένο", "Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη" και άλλα.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση, εισαγάγει για πρώτη φορά αυτός τον ενισχυτή στις εμφανίσεις του στα κέντρα και διαμορφώνει στο οργανοποιείο του Ζοζέφ το οκτάχορδο μπουζούκι. Στο πάλκο, χρησιμοποιεί δύο μπουζούκια. ένα κλασικό, με μεταλικές χορδές, κι ένα με χορδές από έντερα, ώστε η χροιά του να μοιάζει με το ούτι.

Στη δεκαετία του '40 γράφει τη μια επιτυχία μετά την άλλη: "Πάλι στις τρεις ήρθες εχθές να κοιμηθείς" (Ντουο Χάρμα), "Θα σου πω το μυστικό μου" (Μ. Νίνου), "Το φτωχομπούζουκο" (Στ. Τζουανάκος), και άλλα.

Το 1950, μετά από δυο χρόνια χωρίς σουξέ, γράφει σε στίχους του Ν. Ρούτσου (που του έδινε μετά από συμφωνία στίχους που απέρριπτε ο Τσιτσάνης) "Τα πεταλάκια" και την ίδια χρονιά το "Σ' αυτό το φτωχοκάλυβο" με την Στέλλα Χασκίλ.

Το 1954 παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα, την τραγουδίστρια Ζωή Νάχη και αποκτά μαζί της δύο παιδιά. Λίγο αργότερα γνωρίζει τη Μαίρη Λίντα, και κάνουν μαζί το ανεπανάληπτο ντουέτο που κυριάρχησε στο ελληνικό τραγούδι μέχρι το '66, οπότε και χώρισαν (είχαν παντρευτεί το '59). Ανεπανάληπτες επιτυχίες, κλασικές φιγούρες στον κινηματογράφο και λάτιν ρυθμοί που κορυφώνονταν σε οργιαστικά σόλα.

Παράλληλα δίνει και εκπληκτικά, κλασικού ύφους, σουξέ στον Στέλιο Καζαντζίδη, κυρίως σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη.

Το 1959 ενορχηστρώνει τον "Επιτάφιο" του Μίκη Θεοδωράκη, που έχει κάνει ήδη μια αποτυχημένη έκδοση, και τον απογειώνει. Ακολουθούν "Λιποτάκτες", "Πολιτεία" και "Αρχιπέλαγος". Με τις ενορχηστρώσεις του Χιώτη και τις φωνές των Λίντα, Μπιθικώτση, Καζαντζίδη, Μαρινέλλας, τα έργα του Θεοδωράκη, αλλά και του Χατζιδάκη - του οποίου υπήρξε για καιρό σολίστας - αποκτούν λαϊκή απήχηση. Είναι ουσιαστικά αυτός που ανοίγει το δρόμο και στους άλλους λαϊκούς μουσικούς να συνεργαστούν με τους λόγιους συνθέτες, με αποτέλεσμα την έκρηξη του λεγόμενου "Έντεχνου".

Εξαιρετικός ουτίστας, κιθαρίστας και βιολιστής, αφομοίωσε γρήγορα ετερόκλητα ακούσματα στις συνθέσεις του, ενώ είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε και τα τέσσερα [ενίοτε και τα πέντε] δάχτυλα για να παίζει. Την μεγάλη του φήμη, ωστόσο, την οφείλει στο μπουζούκι. Τέλεια τεχνική, ταχύτατο, αλλά όχι βερμπαλιστικό παίξιμο, εκπληκτικά ταιριαστές εμπνεύσεις στους αυτοσχεδιασμούς.

Άπαντες οι κορυφαίοι μπουζουκτσήδες, μιλούν με σεβασμό και δέος γι αυτόν, απονέμοντάς του τα πρωτεία της εκτελεστικής επιδεξιότητας.

Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του ήταν και τα πιο δραματικά. Χωρίζει με την Λίντα (πράγμα που του στοίχισε πολύ) , κάνει αποτυχημένες συνεργασίες και ο καρκίνος αρχίζει να τον κατατρώγει.

Τελευταίο τραγούδι, με τη φωνή (κατά παραγγελία) του Νίκου Χατζηαντωνίου:

Θα κάνω ότι πέθανα

να δω ποιοι μ' αγαπούνε...

Η τελευταία εικόνα, ο θλιβερός επίλογος μιας ζωής 49 ετών, μοιρασμένης ανάμεσα στην πίκρα, τον ενθουσιασμό, τη δόξα, το μεγαλείο και την αδικία:

21 Μαρτίου 1970, στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, ο Γιάννης Καραμπεσίνης παίζει με το μπουζούκι του Χιώτη τα "Ηλιοβασιλέματα" και το δακρυσμένο πλήθος τραγουδά. Μαζί και οι τρεις συντρόφισσες της ζωής του: Ζωή Νάχη, Μαίρη Λίντα, Μπέμπα Κυριακίδου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΜΠΑΣ

Ο Κώστας Τσαμπάς γεννήθηκε το 1958 στη Μεγαλόχαρη Άρτας. Με παραδοσιακά ακούσματα από παιδί, καθώς ο πατέρας του Αλέξανδρος ήταν από τους πιο γνωστούς κλαρινίστες της ευρύτερης περιοχής των Αγράφων και της Θεσσαλίας ασχολήθηκε από πολύ μικρός με την παραδοσιακή ηπειρώτικη μουσική. Σπούδασε βυζαντινή μουσική και κατά τη διάρκεια της καριέρας του κατάφερε να συνεργαστεί με σπουδαία ονόματα του χώρου όπως ο Αριστείδης Μόσχος. ο Γιώργος Κόρος,ο Σταύρος Καψάλης, ο Νίκος Φιλιππίδης και πολλοί άλλοι.
Έφυγε από τη ζωή τον Μάρτιο του 1994.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Βέρρα Τασία

Γεννήθηκε στις Φαρές της Αχαΐας. Είναι ένα από τα οκτώ παιδιά (όλα με θαυμαστές μουσικές επιδόσεις-δραστηριότητες) του Μπάρμπα-Αγγελή Βέρρα, του μουσικού και μεγάλου τραγουδιστή.


Ξεκίνησε από πολύ μικρή και στην ηλικία των 15 ετών κυκλοφόρησε τους πρώτους της μικρούς δίσκους. Την καθιέρωσαν αμέσως και την έμαθε όλη η Ελλάδα. Από τις πρώτες της επιτυχίες είναι: «Τάξε μανούλα τάματα» (τσάμικο), η «Χρυσούλα», «Μια Βλαχοπούλα» κ.ά. Έχει τραγουδήσει μεγάλο αριθμό δημοτικών τραγουδιών με ιδιαίτερη επίδοση στο «κλέφτικο» τραγούδι στο οποίο δημιούργησε «σχολή». Ακούγοντας την Τασία Βέρρα να τραγουδάει και να εκφράζει τέτοιο πάθος και συναίσθημα, κυριολεκτικά ανατριχιάζεις.
Σπάνια συναντάς τέτοια μεγαλοπρέπεια και σεμνότητα στη φωνή.


Χαρακτηριστικά της τραγούδια είναι τα «Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα», «Το μνήμα του Δημάκη», «Η δυστυχία» και άλλα πολύ ωραία κλέφτικα. Έχει τραγουδήσει σε όλα σχεδόν τα Αθηναϊκά κέντρα παραδοσιακής δημοτικής μουσικής, ενώ παράλληλα έχει πραγματοποιήσει περιοδείες σε πολλές χώρες του εξωτερικού, γνωρίζοντας συγκινητική ανταπόκριση από την Ομογένεια. Μετά από μια απουσία στη δισκογραφία ξαναεμφανίζεται το 1978 στο «Χρυσό Κλαρίνο» στη Μιχαήλ Βόδα δίπλα στο μεγάλο μας σολίστα του κλαρίνου Γιάννη Βασιλόπουλο.

Παρότι είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την απουσία της, παρέμεινε ψηλά στο χώρο και η είδηση ότι ξαναβγήκε στο πάλκο στάθηκε ιδιαίτερα χαρμόσυνη στο κοινό του δημοτικού τραγουδιού που της έκανε «λαϊκό προσκύνημα». Εκτός από την μεγάλη δισκογραφική της ακμή εμφανίζεται στα καλύτερα μαγαζιά με μεγάλη επιτυχία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Σαραγούδας Νίκος

Εκλεκτός σύγχρονος εκτελεστής-ερμηνευτής της δημοτικής και της λαϊκής μουσικής, με καταγωγή από την Καρυστία. Δεξιοτέχνης στο ούτι και τραγουδιστής-τραγουδοποιός. Έχει μετάσχει στην ηχογράφηση (το λιγότερο) 3.000 τραγουδιών! Πρωτοεμφανίστηκε το 1954 σε ένα γάμο δίπλα στον Παπασιδέρη, που τον πήρε μαζί του σε γάμους και πανηγύρια. Πρωτοδισκογράφησε ως τραγουδιστής το 1966. Ώς τότε, είχε τραγουδήσει στη Ραδιοφωνία (σε «ζωντανή» εκπομπή) το «Πουλιά μου διαβατάρικα» και ένα συρτό του Παπα-σι-δέρη. Κατόπιν μελέτησε ούτι μόνος του για πολλά χρόνια «εν κρυπτώ» (το πρωτόπιασε στα χέρια του το 1968-69, αγοράζοντας όργανο από τον μπαρμπα-Γιάννη Σούλη) ενώ παράλληλα συναναστράφηκε πολλούς δεξιοτέχνες από την Ανατολή (Μουσταφά, Σαφέτ, κ.ά.). Έτσι χορδίζει το ούτι κατά τον παραδοσιακό τρόπο (Re, La, mi, si, la΄, mi΄΄) και θεωρείται ειδικός στα ταξίμια (πήγε πολλές φορές στην Τουρκία, με πρώτο ταξίδι το 1969-70). Εργάστηκε σε ονομαστά Κέντρα του δημοτι-κού και λαϊκού Χώρου («Ελληνικό Γλέντι», «Κάβουρας», «Ζούγκλα» --με τον Ζάχο, «Σκαφίδας», «Πετροκότσυφας», «Ιτιά», «Σουίτα», «Νεράιδα» (της Αθήνας), «Όμορφη Νύχτα», «Νέα Αθηναία», κ.ο.κ. Αλλά και σε μικρές αίθουσες (λόγω ηχητικής ιδιομορφίας του οργάνου του): «Ραβάναστρον», κ.λπ. Πρωτοδισκογράφησε ως ουτίστας με τον "Κόραξ_(Ελληνικό_Συγκρότημα)|Γ. Κόρο" και έχει συνεργαστεί και με τον Χριστόδουλο Χάλαρη. Η γυναίκα του Γιασεμή Κανταρτζόγλου-Σαραγούδα (παντρεύτηκαν το 1959) είναι κι εκείνη τραγουδίστρια.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Βιογραφία Πυργάκη Φιλιώ

Η Φιλιώ Πυργάκη ειναι η τραγουδίστρια-θρύλος των ελληνικών πανηγυριών.

Σταθερή στο δημοτικό τραγούδι και χαλκέντερη ξενύχτισσα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Γκίκα Βούλα

Η Βούλα Γκίκα ήταν σύζυγος του λαικού συνθέτη Νίκου Καρανικόλα.

Το 1951 ανέβηκε στο πάλκο.Aπό τότε συνόδευσε όλους σχεδόν τους μεγάλους τραγουδιστές εκείνης της εποχής, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση , Διονυσίου, Γαβαλά κ.α.

Θεωρείται η "βασίλισσα" του σεγόντου. Οι "διφωνίες" της -στο πλάι όλων των μεγάλων του ελληνικού τραγουδιού- ξεπερνούν τα 5.000 τραγούδια. Το 1969, σε μια από τις λιγοστές στιγμές που πέρασε στη δισκογραφία σαν "πρώτη φωνή", γνώρισε επιτυχία με το "Ξαναγεννήθηκα" του Άκη Πάνου.


Επί σειρά ετών αποτελούσε το μόνιμο σεγόντο στην εταιρεία Columbia.Ίσως , στο λαικό τραγούδι, να είναι η φωνή με τα περισσότερα σεγόντα.


Πολύ λίγα τραγούδια έχουν ηχογραφηθεί , στα οποία κάνει πρώτη φωνή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Κύπριος Στράτος

ΕΝΑΣ ΣΕΜΝΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ.
Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΥΠΡΙΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟ 1935.
ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΑΒΒΑΣ, ΤΟ ΚΥΠΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΤΟΥ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ, ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕ ΣΤΗΝ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΛΚΟ.
Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΙΓΟΥΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ ΠΟΥ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΡΙΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΜΙΑ ΑΠ ΤΙΣ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΤΕ, ΤΗΣ COLUMBIAΚΑΙ ΤΗΣ ODEON.
ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΙ ΠΑΕΙ ΝΑ ΦΤΩΧΕΙΑ. ΑΠ ΤΟ ΠΡΩΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ.
ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ, Η ΦΤΩΧΕΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΣΕ ΝΕΑΡΗ ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1950 ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΠΑΕΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ.
ΕΤΣΙ ΜΕ ΜΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ ΟΛΗ ΚΑΙ ΟΛΗ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ.
ΨΑΧΝΕΙ ΚΑΙ ΒΡΙΣΚΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ.
ΕΚΕΙ ΒΡΙΣΚΕΙ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΕΠΑΙΡΝΕ ΤΗΝ ΚΙΘΑΡΑ ΤΟΥ ΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΓΕ ΝΑ ΠΝΙΞΕΙ ΤΟΝ Π[ΟΝΟ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ . ΕΚΕΙ ΕΚΑΤΣΕ ΜΙΑ ΠΕΝΤΑΕΤΙΑ ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΠΗΡΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΥΠΗΚΟΟΤΗΤΑ.
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΗΜΟΣ ΟΜΩΣ ΗΤΑΝ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΙΑΣΕΙ ΣΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗ ΤΟΝ ΣΤΕΛΙΟ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ
ΕΤΣΙ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΨΑΞΕΙ ΤΗ ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΕΛΛΑΔΑ.
ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΕΔΩ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΠΟΥ ΣΥΧΝΑΖΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ..
ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΕΚΑΤΣΕ ΝΑ ΠΙΕΙ ΤΟΝ ΚΑΦΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΤΕΙ ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΟΥΣ, ΕΦΤΑΣΕ Ο ΣΤΕΛΙΟΣ Ο ΧΡΥΣΙΝΗΣ. Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΑΕΣΤΡΟΣ ΕΚΑΤΣΕ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΕ ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΙ ΕΚΕΙ.
Ο ΧΡΥΣΙΝΗΣ ΑΦΟΥ ΑΚΟΥΣΕ ΟΣΑ ΕΙΧΕ ΝΑ ΤΟΥ ΠΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ , ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΧΡΟΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΟΥ ΤΟΝ ΚΑΛΕΣΕ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΡΟΒΕΣ.
ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΗΓΕ ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΚΑΝΑΝΕ ΠΡΟΒΕΣ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΤΗΣ MUSIC BOX ΝΑ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΟΥΝ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ.
ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1961 ΚΑΙ ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΠΟΥ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕ «ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΠΟΤΗΡΙΑ ΚΙ ΑΛΛΑ» ΜΕ ΤΟ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ «ΚΥΠΡΙΟΣ», ΕΝΩ ΑΝΑΓΡΑΦΟΤΑΝ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ ΚΑΤ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΠΙΘΕΤΟ ΤΟΥ «ΣΑΒΒΑΣ».
ΕΤΣΙ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΔΥΝΑΜΙΚΑ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΥΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΡΙΤΑ ΣΑΚΕΛΑΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΠΑΡΤΕΝΕΡ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΛΑΪΚΟ ΣΤΕΡΕΩΜΑ
Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΠΛΕΟΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΤΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΤΟΝ ΦΟΡΤΩΝΕΙ ΜΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΟΛΛΑ ΑΠ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΑΝ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ «ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ», «Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΑΝ ΓΚΡΕΜΙΣΤΕΙ», ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΕΞΗΝΤΑΡΗΣ» ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΚΟΜΑ.
ΣΤΟ ΠΑΛΚΟ ΣΥΝΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ ΕΠΑΞΙΑ ΘΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ.
ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1960 ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΣΤΑΘΕΡΗ ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΠΑΛΚΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ.
ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1970 ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΣΤΗ ΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ.
ΚΑΝΕΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ 33 ΣΤΡΟΦΩΝ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΑΡΜΟΖΕΙ.
ΣΗΜΕΡΑ ΖΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΣΠΑΝΙΕΣ ΠΛΕΟΝ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΣΕ ΚΕΝΤΡΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ.
ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΦΑΝΗ ΚΑΙ ΣΕΜΝΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ «ΣΤΡΑΤΟ ΚΥΠΡΙΟ» ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΣΤΙΓΜΑ ΣΤΟ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ. (ΣΤΑΥΡΟΣ – ΛΑΚΩΝΙΑ)


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Καζαντζίδης Στέλιος

Ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1931 στη Νέα Ιωνία, στην οδό Αλαείας 33. Ο πατέρας του ήταν ποντιακής καταγωγής από τα Κοτύωρα του πόντου και η μητέρα του προσφυγοπούλα από τα Άλαγεια της Μικράς Ασίας Στην περίοδο της κατοχής πέρασε μερικά χρόνια στην Βόρειο Ελλάδα κοντά σε συγγενείς όπου εξάσκησε την ποντιακή του διάλεκτο.

Μένει ορφανός από πατέρα σε ηλικία 14 ετών όταν γυρνώντας στην Αθήνα ο πατέρας του πεθαίνει από τις κακουχίες και από το πολύ ξύλο των δοσιλόγων. Δουλεύει σκληρά, κάνοντας διάφορα επαγγέλματα (οικοδομή, εργοστάσια και άλλα), για να ζήσει την οικογένεια του.

Κάποια μέρα που η μητέρα του Στέλιου κυρά Γεσθημανή τηγανίζει ψάρια και ο Στέλιος τραγουδά και γραντζουνά την κιθάρα που του χάρισε το αφεντικό του στο εργοστάσιο ''Έσπερος'' περνά από έξω ο μουσικός Μάνθος Βενέτης . Τον ακούει και μπαίνει μέσα να ρωτήσει ποιός τραγουδά με αυτή την ωραία φωνή . Ο Στέλιος τρέχει να κρυφτεί νομίζοντας πως ενοχλούσε την γειτονιά .Δεν ξέρει όμως πως είναι η τυχερή του μέρα.

Ο Μάνθος Βενέτης τον παίρνει μαζί του στα μαγαζιά που εργαζόταν και τον εμφανίζει ως ''μικρό Στελάκη " . Για μερικά χρόνια ο Στέλιος μαθητεύει σε μικρά ταβερνάκια. Τον Ιούλιο του 1952 ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι στην Columbia, με τίτλο "Για μπάνιο πάω", του Απόστολου Καλδάρα, το οποίο δε γνώρισε επιτυχία. Με το επόμενο, όμως, το "Δεν θέλω το κακό σου", του Γιάννη Παπαιωάννου, κάνει ένα από τα πιο γνωστά κι επιτυχημένα σουξέ και προκαλεί αίσθηση.

Από τότε, η μία επιτυχία διαδέχεται την άλλη.

Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης"

Του Στέλιου Ελληνιάδη

Φορούσα κοντά παντελονάκια και η αδελφή μου ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, ασορτί με το λευκό φουστανάκι που της είχε ράψει η μητέρα μας, όταν μια Κυριακή βράδυ είδαμε πρώτη φορά από κοντά τον Καζαντζίδη, στον «Αστέρα»!

Σε ένα κατάμεστο μαγαζί, κοιτούσαμε τον όμορφο άντρα στο πάλκο που, με μια κιθάρα στα χέρια, τραγουδούσε όλο το βράδυ: η φωνή του, γνώριμη από τα γραμμόφωνα της γειτονιάς, ήταν πιο επιβλητική χωρίς τα σκρατς των 78άρηδων δίσκων.

Τέλη της δεκαετίας του '50, νιόφερτοι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, πηγαίναμε συχνά στις ταβέρνες της Κοκκινιάς, οικογενειακώς. Οι τιμές προσιτές, το φαγητό λιτό, το περιβάλλον φιλικό και στο πάλκο μπορεί να κάθονταν ακόμα κι ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα!

Αυτά τα τραγούδια έδεναν απολύτως με τα συναισθήματα των γονιών μας και με το περιβάλλον στην Κοκκινιά, όπου υπήρχε ζωντανή μια μικρή Μικρά Ασία, αυτάρκης. Με τα ωραία πλίθινα σπίτια και τις αυλές των λίγων τετραγωνικών, τα μπακάλικα, τους φούρνους και τους αργαλειούς, τους εμπόρους και τους μαστόρους πάσης φύσεως.

Στα ασπρισμένα πεζοδρόμια οι γιαγιάδες παίνευαν τη Σμύρνη, οι εργάτες συζητούσαν για την ΕΔΑ και οι πιτσιρικάδες έστηναν αυτοσχέδιες παραστάσεις Καραγκιόζη, με ένα παλιό σεντόνι, μεταχειρισμένα κεριά και χάρτινες φιγούρες του Μπαρμπα-Γιώργου και του Χατζατζάρη.

Αργότερα, όταν μετακινηθήκαμε στα μικροαστικά Πατήσια, στη δεκαετία που κατεδαφίζονταν οι μονοκατοικίες, το είδωλο του Καζαντζίδη μάς ακολούθησε, καθώς από τις σκαλωσιές των ανεγειρόμενων οικοδομών ξεχύνονταν στην οδό Λευκωσίας οι βαριές φωνές των μπετατζήδων που τραγουδούσαν φωναχτά τη «Μαντουμπάλα» και τη «Ζιγκουάλα». Μερικές απ' αυτές τις φωνές τις άκουγε και ο Στέλιος ανηφορίζοντας την οδό Κνωσού για να πάει στην κυρία Γεσθημανή.

ΤΟ ΔΡΑΜΑ

Εκείνη την εποχή, που τελειωμό δεν είχε, ο Καζαντζίδης πήρε πάνω του όλο το ψυχολογικό και συναισθηματικό φορτίο της φτωχολογιάς. Με τους στίχους του Βίρβου και του Κολοκοτρώνη και τη μουσική του Δερβενιώτη και των άλλων σπουδαίων δημιουργών, τραγούδησε ό,τι πιο βαρύ και ασήκωτο κουβαλούσε η ψυχή των ανθρώπων της εποχής. Κανένας άλλος δεν τραγούδησε τόσο πειστικά για το δράμα του ξεριζωμού, για το μόχθο του μεροκαματιάρη και το μαράζι της αγάπης σε καιρούς που η κοινωνική αδικία ξεχείλιζε. Ούτε η λογοτεχνία, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το θέατρο της εποχής έπιασαν με τόσο δραματικό και άμεσο τρόπο αυτή την ανθρώπινη ταπείνωση και εξουθένωση, αυτή την εθνική τραγωδία, όπως τα έπιασε το τραγούδι, με τον Καζαντζίδη σαν κύριο εκφραστή.

Αν και μόνον αυτό θα αρκούσε για να τον εξυψώσει στη συνείδηση του λαού, ο Καζαντζίδης διακρίθηκε και κέρδισε τον τίτλο του με μια συνολική στάση ζωής, προσωπική και αμίμητη.

Η ΑΠΟΥΣΙΑ

Το 1965, ο Καζαντζίδης ξεκόβει από τα μαγαζιά, νεότατος και με μεγάλα σουξέ πίσω του! Και δεν επανέρχεται ούτε δέκα χρόνια αργότερα, με τις επιτυχίες «Υπάρχω» και «Η ζωή μου όλη», ούτε όταν του προτείνουν να κάνει 3 ή και 5 Ολυμπιακά Στάδια στη σειρά, το 1983!!

Αντ' αυτού, περνάει τη ζωή του ανάμεσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Πεύκη και το ησυχαστήριο του Αγίου Κωνσταντίνου. Όποια εξήγηση και να δώσει κανείς, είτε τη χαρακτηρίσει πράξη φοβίας είτε πράξη γενναιότητας, είναι πράξη που δείχνει άνθρωπο με άποψη και έντονες ευαισθησίες.

Γι' αυτό, η ατομική πορεία του Καζαντζίδη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πρώτον, αυτοπεριορίζεται οικειοθελώς, εγκαταλείπει το προσκήνιο και τα μεγάλα μεροκάματα, χωρίς να εγκαταλείπει το τραγούδι.

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Δεύτερον, συγκρούεται ανοιχτά με το Μάκη Μάτσα, τον ισχυρότερο παράγοντα στη δισκογραφία, εμπλεκόμενος σε μια αντιδικία που κρατάει περισσότερο από δέκα χρόνια, με μεγάλο προσωπικό κόστος. Σε αντίθεση με τους λεγόμενους «προοδευτικούς» τραγουδιστές, που ποτέ δεν συγκρούστηκαν και δεν διακινδύνευσαν τα συμφέροντά τους, ενώ η επένδυση στον «προοδευτισμό» τούς απέφερε μεγάλα οφέλη, δόξα και χρήμα!

Ο Καζαντζίδης δεν απέκτησε κότερα και βίλες για να δεξιώνεται ισχυρούς φίλους, να κλείνει δουλειές και να εξασφαλίζει επιχορηγήσεις. Παντρεύτηκε με τη Βάσω και κουμπάρεψε μ' αυτούς που έπινε κρασί και πήγαινε για ψάρεμα.

Έτσι, κατεβαίνοντας από το πάλκο, είχε διαφυγόντα δισεκατομμύρια και μένοντας εκτός δισκογραφίας έχασε πολλά καλά τραγούδια που, ενώ προορίζονταν γι' αυτόν, τελικώς τα είπαν άλλοι.

Εντούτοις, παρά τις αντιξοότητες, η επιρροή του συνεχώς απλωνόταν. Με τη φωνή του Καζαντζίδη, το ελληνικό τραγούδι έφτασε στις άκρες του κόσμου. Πολύ πριν αρχίσουν οι επιχορηγούμενες συναυλίες και τα δορυφορικά κανάλια. Η φωνή του ήταν το μέσο και το διαβατήριο.

Στην ευρύτερη περιοχή μας, λαοί με σπουδαία μουσική κουλτούρα, Τούρκοι, Πέρσες και Άραβες, τοποθέτησαν τον Καζαντζίδη δίπλα στα άλλα υπερεθνικά μεγαθήρια της Μεσογείου, την Ουμ Καλσούμ, τη Φέιρουζ και τον Ζεκί Μουρέν, που ο Καζαντζίδης χωρίς αίσθημα κατωτερότητας αναγνώρισε ως δάσκαλό του.

ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Όταν είχαμε πάει με την Ελένη Βιτάλη στο Ισραήλ, πριν από μερικά χρόνια, το μόνο που μας ρώτησε ο νεαρός υπάλληλος που χειριζόταν το ασανσέρ του ξενοδοχείου ήταν «είναι καλά ο Καζαντζίδης;»!

Χωρίς μάρκετινγκ, διά χειρός ακροατών, η φωνή του Καζαντζίδη έφτανε παντού.

Θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια, στη Γερμανία, ταξιδεύοντας με οτοστόπ, γνώρισα ένα γερμανό συνταξιούχο αστυνομικό, που στα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης υπηρετούσε στο τελωνείο. Αυτός μου είπε ότι στις αποσκευές των Ελλήνων, μαζί με τα απολύτως απαραίτητα ρούχα και σκεύη, οι τελωνειακοί συχνά έβρισκαν εικόνες της Παναγίας και σαρανταπεντάρια δισκάκια με τραγούδια του Καζαντζίδη!

«Λέγανε παλιά οι οικογένειες, πήγαινε γυναίκα να πάρεις φασόλια, ρεβίθια, λίγο ρύζι, αλλά πάρε και το δίσκο του Καζαντζίδη, αυτός που είχαμε τρύπησε πια, έλιωσε από το παίξιμο... Παίρνανε το δίσκο του Στέλιου μαζί με το φαΐ, ρε! Ο Καζαντζίδης ήτανε μέσα στις ανάγκες του κοσμάκη!" έλεγε ο Γιώργος Ζαμπέτας («Βίος και Πολιτεία», Ιωάννα Κλειάσιου, εκδ. «Ντέφι»).

Ο ΜΥΘΟΣ

Θρύλος εν ζωή. Ο μοναδικός στο ελληνικό τραγούδι. Με ακροατές να ορκίζονται στο όνομά του, να βαφτίζουν τα παιδιά τους με το όνομά του και να σταυροκοπιούνται μπροστά στη φωτογραφία του! Έχω γνωρίσει αρκετούς. Σαν τον «Υπάρχω» στη Σκύρο, τον καλόγερο που ερχόταν από το Άγιο Όρος στο γραφείο μου για να μάθει νέα του και τους φοιτητές από το Αριστοτέλειο που ξεκίνησαν το 1979-80 τη συλλογή υπογραφών για την αποδέσμευσή του από τη Μίνως!

Όμως, αυτή η ανθεκτική μυθοποίηση ανέβαλε επ' αόριστον την ανάγκη να εκτιμηθεί περισσότερο σε βάθος και πλάτος η αξία και η προσφορά του, ώστε να μην περιορίζεται η αιτία της δημοτικότητάς του σε ένα είδος ρεπερτορίου και στον όγκο της φωνής του.

Σ' αυτή την καθυστέρηση συνέβαλε η μεγάλη εχθρότητα που αντιμετώπισε το λαϊκό τραγούδι από κοινωνικές ομάδες με επιρροή και εξουσία, αλλά και η δογματική προσέγγιση του μεταπολεμικού τραγουδιού από μερίδα της ρεμπετόφιλης ιντελιγκέντσιας που εκφραζόταν απαξιωτικά για τον Καζαντζίδη. Λογοκρισία και αποκλεισμός από την άρχουσα τάξη, απόρριψη και περιφρόνηση από την πλευρά της αριστεράς, επί δεκαετίες!

Σε μια εμπεριστατωμένη επίμοχθη έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 1986 (περιοδικό «Ντέφι», τ. 11), σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν δημοφιλές, το κρατικό ραδιόφωνο ανοιγόταν δειλά στον Καζαντζίδη! Καταγράφοντας και αναλύοντας εκατοντάδες ώρες μεταδόσεων των τεσσάρων ραδιοφωνικών σταθμών της ΕΡΤ1 και της ΕΡΤ2, που είχαν το απόλυτο μονοπώλιο σε εθνική κλίμακα, διαπιστώσαμε ότι ο Καζαντζίδης είχε παιχτεί μόλις 18 φορές μέσα σε μια ολόκληρη εβδομάδα, από τους τέσσερις σταθμούς, ήτοι 4,5 τραγούδια του από τον κάθε σταθμό εβδομαδιαίως!!

ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ

«Όταν ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε το "Βράχο - βράχο", που έσπασε τότε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, ήταν ήδη ένας βασιλιάς του λαϊκού τραγουδιού» έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης.

Ακόμα κι αυτοί που υποστήριζαν το έργο το δικό του και τού Χατζιδάκι αδυνατούσαν να αντιληφθούν όχι μόνο τη γενικότερη αξία, αλλά και την ιδιαίτερη συμβολή του Καζαντζίδη στη διαμόρφωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Από άγνοια και προκατάληψη. Ο Καζαντζίδης, ως μέλος της άτυπης ομάδας Χιώτη-Παπαδόπουλου-Καρνέζη-Μπιθικώτση-Γαβαλά-Μαρινέλλας κ.ά., έδωσε σχήμα και χρώμα στα πρώτα, τα πιο αγαπημένα λαϊκά τραγούδια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, τα οποία αποτέλεσαν το μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.

Σε μια εποχή που ο Καζαντζίδης τραγουδούσε «Ότι αγαπάω εγώ πεθαίνει» του Απόστολου Καλδάρα, «Την πόρτα μη μου κλείνεις» του Γιώργου Λαύκα, «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη και δεκάδες τραγούδια για την αγάπη, την ξενιτιά, τη φτώχεια και τον κατατρεγμό, με τη δική του φωνή το κοινό αγκάλιασε και τραγούδησε «Βράχο-βράχο», «Παράπονο» (Μ.Θ. - Δ. Χριστοδούλου), «Σαββατόβραδο» (Μ.Θ. - Τ. Λειβαδίτη), «Ο κυρ Αντώνης», «Το πέλαγο είναι βαθύ» (Μ.Χ.), αλλά και «Καταχνιά» και «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» (Χρ. Λεοντή - Κ. Βίρβου) και πολλά άλλα!

Η ΣΙΩΠΗ

Ο μετρ της δισκογραφίας Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης διέγνωσαν εγκαίρως ότι οι μελοποιημένοι στίχοι των ποιητών θα βρουν την ιδανικότερη έκφρασή τους με τη φωνή και το αίσθημα των λαϊκών τραγουδιστών! Και σ' αυτό συμφώνησαν και οι ίδιοι οι ποιητές, ο Γκάτσος, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Λειβαδίτης, ο Χριστοδούλου κ.ά.!

Χωρίς την «εμπλοκή» αυτής της εκλεκτής λαϊκής ομάδας, ίσως το «έντεχνο», με τις ενδιαφέρουσες αλλά σε άλλο μήκος κύματος ερμηνείες του Λάκη Παπά και της Ντόρας Γιαννακοπούλου, να είχε εντελώς άλλη πορεία και τύχη.

Αυτή η συνεισφορά του Καζαντζίδη αποσιωπήθηκε, γιατί η αναγνώρισή της θα εξουδετέρωνε τη βασική μομφή των επικριτών του, ότι «τραγουδάει κλαψιάρικα»!

Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατόν να αρέσει σε όλους, αλλά η απόρριψή του είχε περισσότερο κοινωνική παρά στενά αισθητική τεκμηρίωση. Ενοχλεί η θεματολογία των τραγουδιών, η εντοπιότητα της μουσικής, η αμεσότητα της λαϊκής έκφρασης, το ίδιο το κοινό που καθρεφτίζεται μέσα σ' αυτά τα τραγούδια. Ένα αγροτόπαιδο από τη Δράμα που περιφέρεται με έναν μπόγο στο σταθμό του Μονάχου και ένας μουντζουρωμένος ανθρακωρύχος που δουλεύει γονατιστός σε κάποια στοά του Βελγίου δεν είναι ευχάριστα θέματα για να τραγουδιούνται στα σαλόνια και τα ακριβά εστιατόρια. Δεν είναι light και έχουν αγκάθια.

Η ΓΛΩΣΣΑ

Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται ακόμα να ξεπεράσουν το κόλλημά τους. Άραγε πόσοι έχουν καταλάβει τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξε το λαϊκό τραγούδι στο να αποκτήσουν οι Έλληνες μια κοινή γλώσσα! Τη γλώσσα που μεταχειρίζονταν οι απλοί προικισμένοι καλλιτέχνες στα καφενεία και τα πάλκα της Σμύρνης, της Πόλης και της Σύρας, στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και τα Τρίκαλα.

Όταν, στις δεκαετίες '50-'60, ο Έλληνας της επαρχίας μιλούσε με την τοπική διάλεκτο και προφορά, στα σχολεία επίσημη γλώσσα ήταν η καθαρεύουσα και οι πολιτικοί, οι δικηγόροι, οι δεσπότες και οι χωροφύλακες μιλούσαν μειξοκαθαρευουσιάνικα, ο Τσάντας, η Παπαγιαννοπούλου και ο Βίρβος έγραφαν σε μια γλώσσα ενιαία, απλή, πλούσια και εύχρηστη! Μόνο το λαϊκό τραγούδι «μιλούσε» την κοινή νεοελληνική γλώσσα.

Το λαϊκό τραγούδι ήταν το μεγάλο σχολείο της γλώσσας, σε εθνική κλίμακα, με συνοδοιπόρο το λαϊκό σινεμά, το Λογοθετίδη, τη Βουγιουκλάκη, τον Ηλιόπουλο, τη Λαμπέτη...

ΤΟ ΧΡΩΜΑ

Την ώρα που οι «ευρωπαϊστές», τραγουδούν με ξενική προφορά τα ελαφρά τραγουδάκια του Χαιρόπουλου, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, η Μπέλλου και οι άλλοι τραγουδιστές, με την ωραία προφορά τους, αποτελούν τους φορείς της σύγχρονης γλώσσας. Αυτούς ακούνε, αυτούς μιμούνται οι απανταχού ακροατές, στην πόλη και το χωριό, στην Ελλάδα και την Αυστραλία. Με τον Καζαντζίδη επικεφαλής, πρώτο μεταξύ ίσων.

Ο Καζαντζίδης αποτελεί πρότυπο και υπόδειγμα όχι μόνο για την τονική του ακρίβεια, αλλά για το σύνολο της εκφραστικής του πληρότητας. Το α είναι α και το ο είναι ο. Ολοστρόγγυλα και καθαρά. Μάθημα ορθοφωνίας. Ο τονισμός των λέξεων, το τελικό «ν» και οι παρηχήσεις των συμφώνων, οι παύσεις και οι αναπνοές, ο χρωματισμός και ο κυματισμός των φράσεων, έχουν αρτιότητα, γλυκαίνουν τη μελωδία και κάνουν το νόημα απολύτως εύληπτο και κατανοητό.

Σ' αυτό το σημείο, ο Καζαντζίδης υπερέχει πάντων. Ακόμα κι όταν η ερμηνεία του είναι βαριά και το ύφος του θρηνητικό, η εκφραστική του ευγένεια δεν χάνεται. Και στα πιο «ασήκωτα» τραγούδια, ο Καζαντζίδης δεν ολισθαίνει σε φωνητικούς βαρβαρισμούς. Το «κλάμα» του έχει μέτρο και λόγο ύπαρξης. Με ρίζες σε μια τεράστια παράδοση αιώνων. Εκκλησιαστικοί ύμνοι, μοιρολόγια και αμανέδες αποτελούν την καρδιά της μεγάλης ανατολικής παράδοσης που καλλιεργήθηκε από την Καππαδοκία ώς τη Μάνη και από την Ηπειρο ώς την Τραπεζούντα.

Οι σημερινοί τραγουδιστές, προϊόντα ενός κόσμου πλαστικού, κακοποιούν τα πιο δραματικά σε περιεχόμενο τραγούδια, τραγουδώντας τα με τεράστια χαμόγελα επιτυχίας και μες στην τρελή χαρά! Είτε τραγουδούν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» είτε το «Φέξε μου που γλίστρησα», είναι το ίδιο! Χαζοχαρούμενοι, απαίδευτοι και ανυποψίαστοι.

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ

«Καλοκαίρι 1962. Αρχίζει να τραγουδάει ο Στέλιος... Τραγουδάει ο Στέλιος και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μου 'φυγε το μπουζούκι απ' τα χέρια, δεν ήξερα πώς να το κρατήσω, έμεινα να τον κοιτάω και ν' ακούω... Μεγάλος, πολύ μεγάλος! Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης . Όταν λέμε τη λέξη Καζαντζίδης τελειώνουν όλα...» έλεγε και πάλι ο Γιώργος Ζαμπέτας στη βιογραφία του.

Ο Καζαντζίδης έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ και τράβηξε το λαϊκό τραγούδι προς τα πάνω. Τον Καζαντζίδη άκουγαν στα όνειρά τους οι συνθέτες και οι στιχουργοί και πάνω του έγραφαν τα καλύτερα τραγούδια τους. Η έκταση της φωνής του, η ευχέρειά του να αρθρώνει σωστά τις δυσκολότερες λέξεις διατηρώντας τη μελωδία ακέραιη, η άνεσή του να διεισδύει, να συγκινεί και να ξαλαφρώνει την ψυχή του ακροατή, τον καταξίωσαν σαν τον ιδανικό ερμηνευτή.

Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να έχει πει τραγούδια που έγιναν επιτυχία, χωρίς να είναι της μόδας, χωρίς δημόσιες εμφανίσεις, εξορισμένος και πάλι από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, με νέους αστέρες να κατακλύζουν τα ΜΜΕ, οι πωλήσεις των δίσκων του είναι πραγματικά εκπληκτικές και απλησίαστες!

Μία μόνο εταιρεία, η ΜΒΙ, που κυκλοφόρησε τους νέους δίσκους του, από το 1990 και μετά, πραγματοποίησε πωλήσεις που ξεπερνούν τα 800.000 αντίτυπα!! Χωρίς σουξέ!

Αν προσθέσει κανείς τις σταθερές πωλήσεις του κλασικού ρεπερτορίου του από την EMI-MINOS, τα δεκάδες χιλιάδες CD με δικά του τραγούδια που μοίρασαν τα περιοδικά και τα τραγούδια που έχουν περιληφθεί σε δεκάδες συλλογές, ο συνολικός αριθμός των αντιτύπων που πουλήθηκαν μόνο την τελευταία δεκαετία υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια!

ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ

Ο λόγος και πάλι στο Ζαμπέτα: «Ο Καζαντζίδης... είχε μια κακοπιστία στα μαγαζιά, καθότανε κάνα μήνα και την κοπάναγε. Δεν ξέρω τι του έφταιγε αυτού του παιδιού. Μπορεί να φταίγαμε εμείς, να μην τον νιώθαμε, δεν ξέρω. Μπορεί να μην τον καταλάβαινε κανένας μας. Αλλά αυτός που δεν έφταιγε σίγουρα ήταν ο κόσμος, που τον αγάπαγε και τον ήθελε. Γιατί ήτανε είδωλο, μεγάλο είδωλο, κι αποκλείεται να ξαναβγεί τέτοιος μύθος, τέτοιο είδωλο».

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Καζαντζίδης δεν ενήργησε συνειδητά. Ότι, φοβίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, έμμονες ιδέες και άλλες ανθρώπινες αδυναμίες και αναστολές, που προϋπήρχαν, τον οδήγησαν στην απομόνωση και τη σύγκρουση.

Τέτοιου είδους συζητήσεις απασχόλησαν τους φίλους του λαϊκού τραγουδιού, χωρίς βέβαια να καταλήγουν σε πειστικά συμπεράσματα, αφού η προσπάθεια να διεισδύσει κανείς στα άδυτα της ψυχής είναι μάλλον ατελέσφορη.

Όμως, όποιο και να είναι το βαθύτερο άγνωστο ψυχολογικό μείγμα του ανθρώπου, το δημόσιο πρόσωπό του, ο καλλιτέχνης, αξιολογείται από το έργο, το ταλέντο και την προσφορά του. Και, όσον αφορά τα βαθύτερα κίνητρά του, είναι πλέον γεγονός ότι, θες από ένστικτο, θες από λογική επιλογή, η σθεναρή και αταλάντευτη επιμονή του υπέρ ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, για τόσες δεκαετίες, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για να αμφισβητηθεί η συνέπειά του, λόγων και έργων.

ΤΑ ΜΜΕ

Θα έλεγα μάλιστα ότι οι κατά καιρούς δημόσιες εκρήξεις του Καζαντζίδη επιβεβαίωσαν την εικόνα που έχουμε γι' αυτόν. Οι δηλώσεις και οι αντιδράσεις του συχνά, είτε είχε δίκιο είτε άδικο, ήταν άτσαλες και άκομψες, σε σημείο που κλόνιζαν το κύρος του και τον εξέθεταν. Ίσως, όμως, αυτή ακριβώς η αδεξιότητα διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του να επιβεβαιώνει τον αυθορμητισμό του και την έλλειψη οποιασδήποτε επαφής με τον κόσμο της δημοσιότητας. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, η έκθεσή του στα φώτα της δημοσιότητας εξυπηρέτησε μόνο τους επαγγελματίες των μέσων, οι οποίοι τον έβγαζαν από το καβούκι του και τον παρέσυραν σε κακοτράχαλα μονοπάτια από τα οποία συνήθως η έξοδος ήταν τραυματική.

Ήμασταν μαζί με τον Άκη Πάνου, στο στούντιο όπου ηχογραφούσε ο Καζαντζίδης για τους «Ρεπόρτερς» (ΕΡΤ). Έχω συμπράξει και έχω συμμετάσχει σε άπειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών, με τους καλύτερους τραγουδιστές, αλλά η εμπειρία με τον Καζαντζίδη ήταν μοναδική. Όταν τελείωνε με την πρώτη εγγραφή το τραγούδι, κρύβαμε τον ενθουσιασμό μας, για να τον ακούσουμε να το ξαναλέει. Ο Άκης έκανε δήθεν υποδείξεις, κοιτώντας με με νόημα. Φαντασία!

Πριν τον κόψουν, ο Καζαντζίδης μας έλεγε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα εμφανιζόταν στην τηλεόραση, με δημοσιογράφους που εμπιστευόταν. Όμως, η χαρά του δεν κράτησε πολύ, όχι γιατί ο Λιάνης και ο Δημαράς δεν τον αγαπούσαν, κάθε άλλο, αλλά γιατί, υπερτιμώντας τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον δεν φρόντισαν να προετοιμάσουν έναν άσχετο με τα ΜΜΕ άνθρωπο για το τι τον περίμενε μετά!

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ο Καζαντζίδης ήταν εύκολο να γίνει θύμα, γιατί ήταν ξεκομμένος, δεν σκεφτόταν δημοσιοσχεσίτικα και είχε πάθη. Ένας σύγχρονος σταρ θα άφηνε τους δικηγόρους να χειριστούν τη διαφορά του με το Νικολόπουλο. Εκείνος, εκτός εαυτού, έπεσε στα σαγόνια της τηλεόρασης, περιστοιχισμένος από υποστηρικτές του που δεν έβλεπαν τίποτα άλλο από το ίνδαλμά τους.

Η πλήρης ταύτισή του με το λαϊκό τραγούδι δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Ανεπηρέαστος από τις ευμετάβλητες μόδες και τάσεις, ο Καζαντζίδης δεν πέρασε ποτέ τις διαχωριστικές γραμμές. Η επικαιρότητα τον αφήνει ασυγκίνητο.

Πιστεύει βαθιά ότι το λαϊκό τραγούδι αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή και ότι είναι αναντικατάστατο. Έχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι το λαϊκό τραγούδι είναι πλήρες και επαρκές για να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα και των ακροατών του. Πεποίθηση που επιβεβαιώνεται από την απήχησή του.

Δεν τον αγγίζουν αυτά που καθορίζουν τις επιλογές και τις συμπεριφορές των νεότερων τραγουδιστών. Τους παρατηρεί αδιάφορα, να αλλάζουν ρεπερτόριο, ήχο, κούρεμα, καπέλο, να προσθέτουν φώτα και εφέ, να στήνουν μηχανισμούς δημοσίων σχέσεων, να έχουν άποψη επί παντός, να είναι μέσα σ' όλα, να διαφημίζουν προϊόντα και να φλερτάρουν με την εξουσία. Το λαϊκό τραγούδι τον καλύπτει εκφραστικά και επικοινωνιακά πλήρως. Του καλύπτει και τα καθημερινά έξοδα. Μέχρις εκεί.

Σε μια μεγάλη συζήτηση που είχαμε κάνει το 1979 (περιοδικό «Μουσική», τ. 29), εγώ έψαχνα τρόπους για να τον επαναφέρουμε στο τραγούδι κι αυτός μου έλεγε πόσο ανησυχεί που η ανεξέλεγκτη αλιεία με τις τράτες καταστρέφει το γόνο των ψαριών! Για τον Καζαντζίδη, το τραγούδι δεν ξέπεσε σε καριέρα.

Η τελευταία κουβέντα είναι του Ζαμπέτα: «Λάρισα, 1958. Πηγαίνοντας για το ξενοδοχείο, ήταν έξω ένας κάθε βράδυ που πούλαγε στραγάλια και σταφίδες. Μου λέει μια μέρα, που με έβλεπε να περνάω με το μπουζούκι, παλικάρι μου να σε ρωτήσω κάτι; Αυτός ο άνθρωπος που τραγούδαγε πριν από σας εδώ, πότε θα ξανάρθει πάλι; Αυτός ήρθε, παλικάρι μου, δέκα μέρες κι εγώ αυτές τις μέρες έφτασα να μαζέψω από τα στραγάλια 200.000 δραχμές και τώρα θα παντρέψω το κορίτσι μου! Τώρα με σας, βγάζω 40 δραχμές τη μέρα. Τι να κάνω;

Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ

«Τον Καζαντζίδη εννοούσε... Ο γέροντας μου είπε ότι, όταν τραγούδαγε ο Στέλιος, σταμάταγε το τρένο και κατεβαίνανε όλοι κάτω, μαζί κι ο μηχανοδηγός, για να τον ακούσουνε! Τι πα να πει πρωθυπουργός και πρόεδρος! Μιλάμε για σφραγίδα οντότητας αξεπέραστη. Σταμάταγε το τρένο, ρε, το καταλαβαίνετε; Πράμα που δεν έχει συμβεί στους αιώνες! Μόνο με το Μεγαλέξανδρο έχει συμβεί αυτό το πράμα!»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Ζάχος Δημήτρης

Ο Δημήτρης Ζάχος γεννήθηκε στα Γιάλτρα Αιδηψού Ευβοίας. Από μικρός πήγαινε σαν ψάλτης με τον παπατσάκαλο ο οποίος με τον Χατζημάρκου το πήγαιναν στον Βόλο να ψάλλει. Στα 24 του, τον πήρε ο Χατζημάρκου και τον έφερε στην Αθήνα όπου τραγούδησε στον σταθμό ενόπλων δυνάμεων όπου και έκατσε 3 μήνες. Εκεί τον άκουσαν ο Γιώργος Οικονομίδης ,ο Αθηναίος οι οποίοι τον πήραν για να κάνει διαφημίσεις. Αργότερα δίνει εξετάσεις στο ωδείο Αθηνών και βγαίνει πρώτος. Τον ακούει ο Περιστέρης και τον παίρνει να τραγουδήσει στην Μητρόπολη Αθηνών, μόλις τον ακούνε να τραγουδάει το κοινό ενθουσιάστηκε. Τραγουδούσε στην Μητρόπολη Αθηνών από το 1951 μέχρι το 1962. Το 1960 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο "Με βλέπεις μάνα που γελώ", ακολουθούν και άλλα όπως: "Μασής βουνά μου όμορφα", (τσάμικο), "Με κατηγόρησε ο ντουνιάς" (τσάμικο), "Ταίρι μου ξενιτεμένο" (Καλαματιανό), "Τα φτωχαδάκια" (συρτό), "Δε θα βρεις σαν και 'μενανε" (συρτό) και "Θα 'ρθω για αρραβώνα" (συρτό). Τα οποία κάνουν πάταγο. Επίσης το 1951 έπαιξε σε πολλές ταινίες στον κινηματογράφο, μερικές από αυτές είναι: η Γκόλφω με τους Φωτόπουλο, Κατζή, Βύρων Πάλη, Βαλάσκο. Η πενταγιώτισσα με τους Μπάρκουλη, Βουγιουκλάκη, Κωνσταντάρα, Χατζηχρήστο κ.α. Επαγγελματικά άρχισε να τραγουδά το 1955 στο κέντρο "Ζούγκλα" (ελληνική λεβεντιά) και ταυτόχρονα συνέχιζε να τραγουδά σε πανηγύρια. Έχει συνεργαστεί με αξιόλογους κλαρινίστες όπως: Σαλέας, Βασιλόπουλος, Σούκας Βαγγέλης. Με βιολιά όπως: Κόρος, Αραπάκης Ηλίας, Σούκας. Ο Δημήτρης Ζάχος συνέχίζει να τραγουδά σε πανηγύρια και γάμους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Μενιδιάτης Μιχάλης

Ο νεαρός Καλογράνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μενίδι. Ο πατέρας του εργαζόταν ως φύλακας στην Λαχαναγορά. Από μικρό παιδί τον συγκίνησε ο ήχος του μπουζουκιού και, μετά την Απελευθέρωση άρχισε να «σκαλίζει» το πολυπόθητο αλλά κακοχαρακτηρισμένο τότε όργανο. Ανέβηκε στο πάλκο για πρώτη φορά- παρά τις έντονες αντιρρήσεις του πατέρα του- το 1953, στη «Δροσιά» του Δημήτρη Γκίκα στο Μενίδι , όπου εμφανιζόντουσαν οι Μιχάλης Δασκαλάκης, Τάκης Μπίνης, Γιώργος Λαύκας και Γεράσιμος Κλουβάτος. Ένα ωραίο καλοκαιρινό μαγαζί, ένας όμορφος κήπος, όπου όλη η Αθήνα ερχόταν για να διασκεδάσει. Είχε μία γραφικότητα, αφού δίπλα περνούσε το ποταμάκι που πότιζε τα περιβόλια και σχημάτιζε μία λιμνούλα και μπορούσες ν' απλώσεις το χέρι να κόψεις ένα σύκο, ένα ρόδι.. Στου «Γκίκα» υπήρχε πλήρης κουζίνα, κρασί, ούζο, μαυροδάφνη, μπύρα, κονιάκ, λικέρ για τις κυρίες.

Με τον Κλουβάτο παίξαμε και στο ραδιοφωνικό σταθμό. Πολύ γλυκός άνθρωπος, συνθέτης και μαέστρος, με δυνατά σουξέ. Δικό του ήταν το τραγούδι με το οποίο έκανα το ντεμπούτο μου στην Odeon, το «Θα χτίσω μια καλύβα», αλλά δικό του ήταν και το πρώτο επίσημο τραγούδι που είπα πάνω στο πάλκο.

Παραγγελιά μιας σούπερ κοσμικής κυρίας, γνωστής στο μαγαζί. Μου έβαλε πέντε κατοστάρικα στο μπουζούκι, δεν υπήρχε τότε μεγαλύτερο χαρτονόμισμα και μου ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία. Και η ευχή της έπιασε.

Το τραγούδι που ζήτησε ήταν το «Η κοινωνία μ' αδικεί», που είχε πεί σε δίσκο ο Τσαουσάκης.. Το «Θα χτίσω μια καλύβα» ηχογραφήθηκε το '54, αλλά κυκλοφόρησε το '57. Αιτία μία συνήθης τακτική των εταιρειών να καθυστερεί διακριτικά τους νεοεμφανιζόμενους, αλλά και το γεγονός ότι ο Κλουβάτος ταξιδεύει στην Αμερική, όπου αυτή και παραμένει για αρκετό διάστημα. Η αναμονή όμως αυτή αναγκάζει το Μενιδιάτη να πιέσει το Μίνωα Μάτσα, διευθυντή της Odeon, να του δώσει το ελευθέρας του, καθώς δεσμευόταν με πενταετές συμβόλαιο.

Τα καταφέρνει και καταλήγει στην Columbia, όπου πλέον με Μέντορα τον Καλδάρα θα διαγράψει μία εντυπωσιακή τροχιά προς την κορυφή και την οριστική καταξίωση. Λίγο νωρίτερα, το 1956, το πεπρωμένο τους έχει σμίξει δισκογραφικά, αφού ο Μενιδιάτης σεγκοντάρει τη Μαίρη Αστέρη σε μία σύνθεση του τελευταίου με τίτλο «Πιες, αγάπη μου και σπάσε».

Ο ΚΑΛΔΑΡΑΣ ΗΤΑΝ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΟΥ «Τον Καλδάρα τον είδα για πρώτη φορά γύρω στο '52-'53, να παίζει μπουζούκι και να τραγουδάει στη «Ζούγκλα», στην πλατεία Βάθης. Πιτσιρικάς ήμουν, περνούσα και άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Είχε ένα δικό του στυλ, βυζαντινός σαν συνθέτης και ωραίος ερμηνευτής. Τραγουδούσε πολύ καλά. Δεν έχει σημασία που δεν έπιασε η φωνή του στους δίσκους.

Αργότερα, η μοίρα τα έφερε να δουλέψουμε το 1960 στον «Παράδεισο» στο Αιγάλεω. Συγκρότημα Καλδάρα- Λαύκα. Ένα πρωί , όπως φύγαμε από την δουλειά, φτάνουμε στην Ομόνοια, εκεί που αρχίζει η Πειραιώς. Μου λέει: "Μιχάλη, έχω ένα καλό τραγούδι, θα έρθεις να το κάνουμε πρόβα;". "Αμέ", του απαντώ και το κανονίσαμε.

Ο Καλδάρας ήταν κιμπάρης στο λόγο του, ήταν ένα ένα κάνουν δύο. Και πολύ μυαλωμένος. Η σκέψη του με τη γλώσσα του πηγαίνανε μαζί και κεντάγανε. Δεν μίλαγε πρώτα η γλώσσα και μετά το μυαλό. Εμένα μ' άρεσε να τον ακούω να μιλάει με τις ώρες. Κάναμε τρεις φορές πρόβες το «Πες μου τι σου είπανε για μένα» και πήγαμε στην Columbia να το ηχογραφήσουμε.

Έλα που εκεί μέσα γράφουν και ο Τσιτσάνης με τον Παπαϊωάννου και τον Τζαουσάκο. Μόλις τους είδα, μ' έπιασε τρέμουλο. Όχι από τρακ, αλλά και από σεβασμό. Όταν τελείωσα, φύγαμε με τον Τζαουσάκο και πήραμε το ίδιο λεωφορείο. Καθόμασταν στο τελευταίο κάθισμα και γυρίζει και μου λέει :"Μιχάλη, το τραγούδι θα προχωρήσει, αλλά και εσύ θα πας μπροστά. Έχεις δικιά σου φωνή και θα κάνεις όνομα πολύ δυνατό". Μέχρι εκείνη την ώρα μ' έκαιγε η αγωνία. Τα λόγια του με ηρέμησαν. "Μακάρι, μακάρι, Σταύρο", του απάντησα. Αργότερα έμαθα ότι ο Καλδάρας είχε μαζέψει σκόπιμα τους υπολοίπους συνθέτες εκεί για να με προσέξουν.

Και μετά η μια επιτυχία άρχισε να διαδέχεται την άλλη. . Το «Πες μου τι σου είπανε για μένα», επανεκτέλεσε με επιτυχία αρκετά χρόνια αργότερα ο Βαγγέλης Περπινιάδης για λογαριασμό της Odeon. Η αποδοτική συνεργασία των Καλδάρα-Μενιδιάτη θα συνεχιστεί μέχρι και τα τέλη του '60 με μαγικά 45άρια, που θα σημειώσουν αστρονομικές πωλήσεις. Μερικά από αυτά, κατά χρονολογική ιεραρχία:»Μην περιμένεις πια» με την Βούλα Γκίκα στο σεκόντο, «Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις» με την Σοφία Κολλητήρη, «Περιφρόνα με, γλυκιά μου» με την Μπέμπα Φινέττη, «Πετραδάκι-πετραδάκι» με την Άννυ Λιαροπούλου κ.α. Το 1976 θα μοιραστούν ένα δίσκο μεγάλης διάρκειας στη Lyra με τίτλο «Στου Μπουζουκιού το Τέλη», όπου ο Μενιδιάτης βρίσκει την ευκαιρία να περάσει και δύο τραγούδια που είχε πρωτοτραγουδήσει ο ίδιος ο μουσικοσυνθέτης, τα: «Μένα μου πρέπουν σίδερα» και « Μου λένε τι σου ζήλεψα». Οκτώ χρόνια αργότερα θα επαναλάβουν το «πάντρεμα» τους στην ΕΜΙ με το LP «Τα παράπονά μου».

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΚΗ ΠΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ Το 1965, ο Άκης Πάνου βάζει στίχους σε μια μελωδία του Νίκου Καρανικόλα, που είχε ηχογραφηθεί από τον Αντώνη Ρεπάνη, αλλά με διαφορετικά λόγια του Κώστα Σιμόπουλου και παρέμεινε στο «ψυγείο». Αποτέλεσμα το «Ξημέρωσε, καλή μου» που εκτινάσσει τον Μενιδιάτη ακόμα πιο ψηλά και έτσι ο τελευταίος συμπληρώνει τη «μαθητεία» του δίπλα στον Πάνου. «Ο Άκης ήταν ο νέος Τσιτσάνης. Είχε φαντασία, διορατικότητα και ήταν τελειομανής. Η μελωδία , αλλά και ο στίχος του ήταν κάτι διαφορετικό για το λαϊκό τραγούδι. Το έπιανε αλλιώς το πράγμα. Το φιλοσοφούσε με άλλον τρόπο. Το θέμα ήταν το ίδιο, αλλά εκείνος φώτιζε αθέατες πλευρές και καμιά φορά κατέληγε και αλλού. . Σχολή δική του. Ήταν ιδιαίτερα απαιτητικός στο στούντιο. Νομίζω ότι κανένας σημερινός τραγουδιστής δεν θα μπορούσε να συνεργαστεί, λόγω της ιδιαιτερότητάς του, μαζί του.

Είναι κάποια πράγματα όμως που δεν έχουν ειπωθεί ως τώρα. Όπως ότι χάρη στη δική του μεσολάβηση, ο Πάνου γνώρισε το Λαμπρόπουλο και στέριωσε τη συνεργασία του με την Columbia. Μενιδιάτης και Πάνου θα συνεχίσουν τις επιδόσεις τους στις 45 στροφές: «Χαραμίστηκε η ζωή μου», «Είδα τα μάτια σου κλαμένα», «Παράνομη αγάπη», «Στους πέντε δρόμους βρέθηκα», «Επτά φορές τη μάζεψα», «Το μέτρο της αγάπης» κ.α. Αργότερα, ο πρώτος, στον προσωπικό του δίσκο «Το σχολείο της βιοπάλης»(Lyra, 1975), θα συμπεριλάβει μεταξύ άλλων δύο νέες δημιουργίες του δεύτερου: «Στο σπίτι μας που μπήκανε», «Βαρύ το Ράσο». Το 1978 θα βρεθούν και πάλι στις 33 στροφές με το LP «Σεισμός», που όμως -αν και ακολουθεί το «Παρών» του Πάνου, απ' όπου ξεπήδησε το μεγάλο του τραγούδι «Ο τρελός»- παρά τις προφητικές και σαρκαστικές στιγμές του θα περάσει απαρατήρητο: «Γιατί να ζήσω φρόνιμα τα χρόνια μου τα γόνιμα/ ένας σεισμός και χάνεσαι και παύεις να αισθάνεσαι./ Όταν θα μπούμε στην Κοινή Αγορά/ όταν γίνουμε Ευρωπαίοι επισήμως/ δεν θα κοιτάζουμε τους άλλους πονηρά/ κι οι συνέταιροι θα μας φέρονται εντίμως». . Και με τον Καρανικόλα η σύμπραξη του Μενιδιάτη θα είναι παραγωγική: «Σαράντα μέρες περπατώ», «Να 'χα καρδιά να μην πονάει», «Ούτε ώρα αναβολή» κ.α., με την Βούλα Γκίκα στα σεκόντα. Το LP τους «Κόλπο Ήτανε Στημένο»(Columbia 1985) σε στίχους Λευτέρη Χαψιάδη και Κωλέτη αποτελεί πια μία cult έκδοση που συνεχώς κερδίζει νέους εκτιμητές.

Ο ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ ΣΗΜΕΡΑ Ο Μενιδιάτης αναπολεί το χθες απόλυτα γαλήνιος, χωρίς παράπονα και απωθημένα. Κάτι που άλλωστε βγαίνει μέσα από την ερμηνεία του. Ελπίζει ο γιος του να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση, αλλά αναγνωρίζει τις δυσκολίες για να στηθεί πλέον μία μακρόχρονη πορεία. "Ακόμα και σήμερα, όπου και να εμφανιστώ στο εξωτερικό, μου το ζητάνε αυτό το τραγούδι".

Ο Μενιδιάτης δηλώνει με περηφάνια ότι στη «Φαντασία» δεν πάτησε ποτέ μπράβος, αφού αυτός και τ ΄αδέλφια του, «ο Κοσμάς, που του πήγαινε αυτή η δουλειά, αλλά και οι υπόλοιποι», επέβαλαν με τον τρόπο τους την τάξη, την ασφάλεια και την αξιοπρεπή διασκέδαση: «Τόσα χρόνια, παρά το ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να κινούμαι με την διπλή ιδιότητα του καλλιτέχνη και επιχειρηματία, δεν παρεξηγήθηκα ποτέ με συνάδελφο».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Βιογραφία Κοκοντίνης Παναγιώτης

Θρυλικός στα αρβανιτοχώρια της Αττικής και Βοιωτίας κλαριτζής.

Ήταν και αντάρτης του ΕΛΑΣ, καταδικασμένος από στρατοδικείο και επί εφτά χρόνια κρατούμενος στις φυλακές Θήβας, Γιούρας και Αίγινας, μέχρι το 1952.

Το όνομα Κοκοντίνης μπορεί να μη σημαίνει, λοιπόν, και πολλά πράγματα σε επίπεδο κεντρικής δημοσιότητας, αλλά, αν βρεθείτε, ας πούμε, σε αρβανιτοχώρια της Αττικής και της Βοιωτίας -θα βρείτε ακόμα και σήμερα πολλούς ανθρώπους που έχουν τραγουδήσει και χορέψει πολύ στις εκδηλώσεις που έπαιζε- έχουν όλα τα τραγούδια που έχει παίξει σε δίσκους αλλά και πολλές ζωντανές ηχογραφήσεις του, ερασιτεχνικές ή επαγγελματικές, και γενικά πίνουν νερό στο όνομα του, και τον θεωρούν είδωλο, στα κυβικά των πιο πολυακουσμένων καλλιτεχνών του καιρού μας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »